δογματιστής


δογματιστής
ο (AM δογματιστής) [δογματίζω]
1. οπαδός και υπερασπιστής τών δογμάτων τής πίστεως (ιδίως τής χριστιανικής)
2. αυτός που πιστεύει, υποστηρίζει δόγματα, διδάσκει με δόγματα
νεοελλ.
1. οπαδός τής θεωρίας τού δογματισμού
2. αυτός που μιλά δογματικά, αυθαίρετα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δογματιστής — ο 1. οπαδός του δογματισμού. 2. αυτός που εκφράζεται δογματικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • dogmatista — ► sustantivo masculino femenino TEOLOGÍA Persona que sostiene ideas opuestas a la doctrina católica y las enseña como dogmas. * * * dogmatista n. Persona que sostiene ideas opuestas a la doctrina *católica y las enseña como dogmas. * * *… …   Enciclopedia Universal

  • dogmatista — (Del lat. dogmatistes, y este del gr. δογματιστής). com. Persona que sustenta o introduce nuevas opiniones, enseñándolas como dogmas, contra la verdad de la religión católica …   Diccionario de la lengua española


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.